| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.579.611 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
νοημοσύνη |
0,01 sec. |
|
|
νοημοσύνη brain, intelligence, intellect inteligência الاستخبارات intelligence inteligencia разузнаване 情报 情報 inteligence Intelligence מודיעין インテリジェンス
ουσ θ νοημοσύνη [noimo'sini] η διαδικασία αντίληψης και σκέψης intelligence o δείκτης νοημοσύνης le quotient intellectuel η τεχνητή νοημοσύνη κλάδος πληροφορικής l'intelligence artificielle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|