Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.580.503 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

νοικοκυρά

0,02 sec.
νοικοκυρά housewife رَبْة المنزل žena v domácnosti hjemmegående husmor Hausfrau ama de casa kotirouva femme au foyer domaćica casalinga 主婦 주부 huisvrouw husmor gospodyni domowa dona de casa домохозяйка hemmafru แม่บ้าน evkadını bà nội trợ 家庭主妇 家庭主婦 עקרת בית
ουσ α νοικοκυρά [nikoci'ra]
1 η γυναίκα που δεν εργάζεται femme au foyer
Δεν εργάζεται, είναι νοικοκυρά. Elle ne travaille pas, elle est femme au foyer.
2 χαρακτηρισμός τακτικής γυναίκας fée du logis
Είναι πολύ νοικοκυρά. C'est une vrai fée du logis.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.