| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.580.503 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
νοικοκυρά |
0,02 sec. |
|
|
νοικοκυρά housewife رَبْة المنزل žena v domácnosti hjemmegående husmor Hausfrau ama de casa kotirouva femme au foyer domaćica casalinga 主婦 주부 huisvrouw husmor gospodyni domowa dona de casa домохозяйка hemmafru แม่บ้าน evkadını bà nội trợ 家庭主妇 家庭主婦 עקרת בית
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|