| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.462.158 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νομιμοποίηση |
0,01 sec. |
|
νομιμοποίηση legalization ουσ θ νομιμοποίηση [nomimo'piisi] κάνω κτ να είναι νόμιμο légalisation η νομιμοποίηση των ναρκωτικών la légalisation des drogues Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|