| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.591.191 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
νομοθετικός |
0,01 sec. |
|
|
νομοθετικός legislative Legislative Legislativo التشريعية Wetgevende 立法 立法 Legislativní Lovgivningsmæssige 立法 입법 Lagstiftande นิติบัญญัติ
επίθ α / θ / ουδ νομοθετικός, νομοθετική, νομοθετικό [nomoθeti'kos, nomoθeti'ci, nomoθeti'ko] σχετικός με τη νομοθεσία législatif/-ive νομοθετική μεταρρύθμιση une réforme législative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|