| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.087.847 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νοοτροπία |
0,01 sec. |
|
νοοτροπία mentality, mindset mentalité عقلية mentalita mentalitet Mentalität mentalidad mentaliteetti mentalitet mentalità 精神構造 사고 방식 mentaliteit mentalitet mentalność mentalidade ум mentalitet ความสามารถทางจิต zihniyet tâm lý 智力 ουσ θ νοοτροπία [nootro'pia] τρόπος σκέψης mentalité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|