| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.622.462 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νοσοκομειακός |
0,04 sec. |
|
νοσοκομειακός επίθ α / θ / ουδ νοσοκομειακός, νοσοκομειακή, νοσοκομειακό [nosokomia'kos, nosokomia'ci, nosokomia'ko] σχετικός με νοσοκομείο d'hôpital η νοσοκομειακή ασφάλιση l'assurance hospitalière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|