| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.390.852 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ντουλάπι |
0,02 sec. |
|
ντουλάπι closet, cupboard, cabinet dolap, kabine خِزانة, خزانة للأطباق والكؤوس skříň, skříňka skab Schrank, Schränkchen aparador, armario hallitus, kaappi cabinet, placard kabinet, ormar armadietto, credenza キャビネット, 戸棚 찬장, 캐비닛 kast skap kredens, szafka armário буфет, кабинет skåp คณะรัฐมนตรี, ตู้ tủ có nhiều ngăn, tủ đựng chén bát 内阁, 小橱 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|