| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.605.913 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ντράμερ |
0,03 sec. |
|
|
ντράμερ طبال bubeník trommeslager Trommler drummer batería, baterista rumpali batteur bubnjar batterista ドラマー 드러머 drummer trommeslager dobosz baterista барабанщик trummis คนตีกลอง davulcu người đánh trống 鼓手 鼓手 מתופף
ουσ α/θ ντράμερ ['dramer] ο μουσικός που παίζει ντραμς batteur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|