| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.063.419 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ντροπαλός |
0,02 sec. |
|
ντροπαλός timide bashful, coy, shy, timid متحفظ ostýchavý genert schüchtern tímido ujo stidljiv timido 内気な 부끄럼 타는 verlegen sky nieśmiały tímido робкий blyg ขี้อาย utangaç bẽn lẽn 腼腆的 επίθ α / θ / ουδ ντροπαλός, ντροπαλή, ντροπαλό [dropa'los, dropa'li, dropa'lo] που έχει την τάση να νιώθει ντροπή timide Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|