Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.762.320.292 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ντύνω

0,02 sec.
ντύνω clothe, dress, accouter يلبس obléci (se) klæde sig på ankleiden (sich) vestirse pukeutua s’habiller odjenuti vestirsi 服を着る 옷을 입다 aankleden (zich) kle (på) ubrać vestir-se одеваться klä på (sig) ใส่เสื้อผ้า giyinmek mặc quần áo 穿衣
ρ μετβ ντύνω ['dino]
φοράω σε κπ τα ρούχα του habiller
ρ μεσοπαθ ντύνομαι ['dinome]
1 βάζω τα ρούχα μου s'habiller
Φεύγουμε, ντύσου. Nous partons, habille-toi.
2 μεταμφιέζομαι se déguiser
Ντύθηκα κλόουν. Je me suis déguisé en clown.
3 καλύπτω couvrir
Έντυσα τον καναπέ με μπλε ύφασμα. J'ai habillé le canapé d' un tissu bleu.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.