| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.679.059 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νυσταγμένος |
0,01 sec. |
|
νυσταγμένος sleepy, drowsy qui a envie de dormir, qui a sommeil, somnolent, endormi نعسان ospalý døsig, søvnig schläfrig somnoliento uninen omamljen, pospan assonnato, sonnolento 眠い 졸리는 slaperig døsig, søvnig senny sonolento дремлющий, сонный sömnig เซื่องซึม, ง่วงนอน uykulu buồn ngủ 倦睡的, 困倦的 επίθ α / θ / ουδ νυσταγμένος, νυσταγμένη, νυσταγμένο [nistaɣ'menos, nistaɣ'meni, nistaɣ'meno] αυτός που δείχνει να νυστάζει somnolent/-enteendormi/-ie νυσταγμένη φωνή une voix somnolente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|