| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.473.978 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νόμιμος |
0,02 sec. |
|
νόμιμος lawful, legal, legitimate, true, aboveboard, licit licite, légal قانونى legální juridisk legal legal laillinen zakonit legale 合法的な 합법적인 wettig lovlig prawny legal юридический juridisk ที่ถูกกฏหมาย yasal hợp pháp 法定的 επίθ α / θ / ουδ νόμιμος, νόμιμη, νόμιμο ['nomimos, 'nomimi, 'nomimo] σύμφωνος με το νόμο légal/-ale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|