Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.760.859.166 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

νόμισμα

0,02 sec.
νόμισμα moneda mince, měna mønt, valuta Münze, Währung coin, currency monero moneda سکه kolikko, valuutta monnaie, devise, pièce moneta keping moneta, valuta 硬貨, 通貨 동전, 통화 moneta moneta munt, munteenheid, muntstuk mynt, valuta moneta, waluta moeda, moeda corrente monedă монета, валюта kovanec mynt, valuta 硬币, 货币 عملة متداولة, عملة معدنية kovanica, valuta เงินตรา, เหรียญ kur, madeni para tiền tệ, tiền xu
ουσ ουδ νόμισμα ['nomizma]
1 η χρηματική μονάδα χώρας monnaie
το νόμισμα μιας χώρας la monnaie d'un pays
2 κέρμα pièce de monnaie
Κάνω συλλογή από νομίσματα. Je collectionne des pièces de monnaie.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.