| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.289.051 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νύξη |
0,01 sec. |
|
νύξη alusão allusion, dig, hint, innuendo, insinuation ουσ θ νύξη ['niksi] διακριτική αναφορά allusion κάνω νύξη για κπκτ faire allusion à qqn/à qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|