| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.397.050 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νύφη |
0,03 sec. |
|
νύφη bride, daughter-in-law, sister-in-law cuñada, novia, nuera belle fille, belle sœur, belle-fille, mariée زوجة الابن, عروس nevěsta, snacha brud, svigerdatter Braut, Schwiegertochter miniä, morsian mladenka, snaha nuora, sposa 息子の妻, 花嫁 며느리, 신부 bruid, schoondochter brud, svigerdatter panna młoda, synowa noiva, nora невеста, невестка brud, svärdotter เจ้าสาว, ลูกสะใภ้ gelin cô dâu, con dâu 儿媳妇, 新娘 ουσ θ νύφη ['nifi] 2 η σχέση γυναίκας ως προς τον αδερφό ή την αδερφή του άντρα της belle-sœur 3 η σχέση γυναίκας ως προς τη μητέρα του άντρα της belle-fille Τα πάει άσχημα με τη νύφη της. Elle ne s'entend pas du tout avec sa belle-fille. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|