| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.086.926 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξάφνου |
0,02 sec. |
|
ξάφνου suddenly brusquement, soudain, soudainement, tout à coup επίρρ ξάφνου ['ksafnu] ξαφνικά soudain(ement)tout à coup Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|