Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.335.016 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ξέρω

0,03 sec.
ξέρω vědět kennen, wissen know scii saber teadma savoir znati sapere, conoscere žinoti zināt weten wiedzieć знать bilmek يعرف vide tietää 知っている 알다 vite saber veta รู้ biết 知道
ρ μετβ ξέρω ['ksero]
1 είμαι ενημερωμένος savoirêtre au courant
Ξέρεις τι έγινε; Sais-tu ce qui s'est passé ?
2 γνωρίζω connaître
Δεν τον ξέρω. Je ne le connais pas.
3 κατέχω, έχω γνώσεις savoir
ξέρω σκάκι savoir jouer aux échecs
ξέρω να ζωγραφίζω savoir peindre
4 συναισθάνομαι, καταλαβαίνω se rendre compte
Ξέρεις τι λες; Te rends-tu compte de ce que tu dis ?


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.