Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.622.165 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ξαναδίνω εξετάσεις

0,01 sec.
ξαναδίνω εξετάσεις يَجْلِس مرة أخرى
ξαναδίνω εξετάσεις opakovat zkoušku
ξαναδίνω εξετάσεις gå op igen
ξαναδίνω εξετάσεις die Prüfung wiederholen
ξαναδίνω εξετάσεις resit, retake
ξαναδίνω εξετάσεις volver a examinarse
ξαναδίνω εξετάσεις suorittaa uudelleen
ξαναδίνω εξετάσεις repasser
ξαναδίνω εξετάσεις ponovo polagati
ξαναδίνω εξετάσεις sostenere nuovamente un esame
ξαναδίνω εξετάσεις 再受験する
ξαναδίνω εξετάσεις 시험을 다시 치르다
ξαναδίνω εξετάσεις herkansen
ξαναδίνω εξετάσεις gjøre på nytt
ξαναδίνω εξετάσεις powtórzyć egzamin
ξαναδίνω εξετάσεις refazer uma prova, repetir um exame
ξαναδίνω εξετάσεις пересдавать экзамен
ξαναδίνω εξετάσεις göra om tentamen
ξαναδίνω εξετάσεις สอบใหม่
ξαναδίνω εξετάσεις yeniden sınava girmek
ξαναδίνω εξετάσεις thi lại
ξαναδίνω εξετάσεις 补考


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.