Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.815.758 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ξαναπαντρεύομαι

0,02 sec.
ξαναπαντρεύομαι remarier, se remarier
ξαναπαντρεύομαι يَِتَزوج ثانية
ξαναπαντρεύομαι znovu (se) oženit
ξαναπαντρεύομαι gifte sig igen
ξαναπαντρεύομαι wieder heiraten
ξαναπαντρεύομαι remarry
ξαναπαντρεύομαι volver a casarse
ξαναπαντρεύομαι mennä uudelleen naimisiin
ξαναπαντρεύομαι ponovo se vjenčati
ξαναπαντρεύομαι risposarsi
ξαναπαντρεύομαι 再婚する
ξαναπαντρεύομαι 재혼하다
ξαναπαντρεύομαι hertrouwen
ξαναπαντρεύομαι gifte seg igjen
ξαναπαντρεύομαι ponownie ożenić się
ξαναπαντρεύομαι casar-se de novo
ξαναπαντρεύομαι вступить в новый брак
ξαναπαντρεύομαι gifta om (sig)
ξαναπαντρεύομαι แต่งงานใหม่
ξαναπαντρεύομαι yeniden evlenmek
ξαναπαντρεύομαι tái hôn
ξαναπαντρεύομαι 再婚


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.