Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.623.051 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ξαναρχίζω

0,01 sec.
ξαναρχίζω recommencer, reprendre
ξαναρχίζω resume
ξαναρχίζω يَسَتعيد
ξαναρχίζω začít znovu
ξαναρχίζω genoptage
ξαναρχίζω weitermachen mit
ξαναρχίζω reanudar
ξαναρχίζω jatkaa
ξαναρχίζω nastaviti
ξαναρχίζω riprendere
ξαναρχίζω 再開する
ξαναρχίζω 다시 시작하다
ξαναρχίζω hervatten
ξαναρχίζω gjenoppta
ξαναρχίζω podjąć na nowo
ξαναρχίζω retomar
ξαναρχίζω возобновлять
ξαναρχίζω återta
ξαναρχίζω ดำเนินต่อไปใหม่
ξαναρχίζω yeniden başlamak
ξαναρχίζω tiếp tục lại
ξαναρχίζω 再继续


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.