| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.164.177 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξαπλωμένος |
0,02 sec. |
|
ξαπλωμένος επίθ α / θ / ουδ ξαπλωμένος, ξαπλωμένη, ξαπλωμένο [ksaplo'menos, ksaplo'meni, ksaplo'meno] που έχει ξαπλώσει allongé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|