| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.628.349 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ξαπλωμένος |
0,03 sec. |
|
|
ξαπλωμένος
επίθ α / θ / ουδ ξαπλωμένος, ξαπλωμένη, ξαπλωμένο [ksaplo'menos, ksaplo'meni, ksaplo'meno] που έχει ξαπλώσει allongé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|