| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.050.761 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξαφνιάζω |
0,01 sec. |
|
ξαφνιάζω astound ρ μετβ ξαφνιάζω [ksaf'ɲazo] τρομάζω κπ surprendre ρ μεσοπαθ ξαφνιάζομαι [ksa'fɲazome] τρομάζω, αιφνιδιάζομαι être surpris/-iseêtre étonné/-ée Ξαφνιάστηκα που τον είδα. Son apparition m'a surpris. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|