| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.308.392 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξαφνικός |
0,01 sec. |
|
ξαφνικός sudden repentino soudain nagły внезапный مفاجئ náhlý pludselig plötzlich äkillinen nagao improvviso 突然の 갑작스러운 plotseling plutselig repentino plötslig ทันทีทันใด ani bất ngờ 突然的 επίθ α / θ / ουδ ξαφνικός, ξαφνική, ξαφνικό [ksafni'kos, ksafni'ci, ksafni'ko] επίρρ ξαφνικά [ksafni'ka] εκεί που δεν το περιμένει κανείς soudainementsubitement Πέθανε ξαφνικά. Il est décédé subitement. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|