| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.732.314 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεβάφω |
0,01 sec. |
|
ξεβάφω ρ αμετβ ξεβάφω [kse'vafo] αφαιρώ τη μπογιά από κάπου (se) décolorer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|