| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.629.700 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ξεβάφω |
0,01 sec. |
|
|
ξεβάφω
ρ αμετβ ξεβάφω [kse'vafo] αφαιρώ τη μπογιά από κάπου (se) décolorer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|