| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.409.328 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεβιδώνω |
0,02 sec. |
|
ξεβιδώνω unscrew dévisser يَفُكّ اللولب vyšroubovat skrue af losschrauben destornillar ruuvata auki odviti svitare ねじを緩める 나사를 빼다 losschroeven skru opp odkręcić desaparafusar, desparafusar откручивать skruva loss คายเกลียว sökmek nới lỏng 旋松 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|