Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.281.164 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ξεβιδώνω

0,01 sec.
ξεβιδώνω unscrew dévisser يَفُكّ اللولب vyšroubovat skrue af losschrauben destornillar ruuvata auki odviti svitare ねじを緩める 나사를 빼다 losschroeven skru opp odkręcić desaparafusar, desparafusar откручивать skruva loss คายเกลียว sökmek nới lỏng 旋松
ρ μετβ ξεβιδώνω [ksevi'ðono]
1 βγάζω βίδα από αντικείμενο dévisser
ξεβιδώνω βίδα dévisser une vis
2 βγάζω αντικείμενο από τρύπα στρίβοντάς το dévisser
ξεβιδώνω μία λάμπα dévisser une ampoule
3 αφαιρώ κάλυμμα στρίβοντάς το dévisser
ξεβιδώνω ένα καπάκι dévisser un couvercle


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.