| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.005.421 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεγλιστράω |
0,01 sec. |
|
ξεγλιστράω αμετβ ρ ξεγλιστράω, ξεγλιστρώ [kseɣli'strao, kseɣli'stro] 1 ξεφεύγω se faufiler ξεγλιστράω μέσα από το πλήθος se faufiler à travers la foule 2 αποφεύγω δύσκολη κατάσταση échapper ξεγλιστράω από δυσκολία échapper à la difficulté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|