| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.406.600 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεκουμπώνω |
0,02 sec. |
|
ξεκουμπώνω undo يَفُكْ otevřít åbne aufmachen deshacer aukaista défaire otvoriti disfare ほどく 원상태로 돌리다 ongedaan maken åpne odpiąć desfazer отменять göra ogjord แก้ açmak hủy 松开 ρ μετβ ξεκουμπώνω [kseku'mbono£££] βγάζω τα κουμπιά από τις κουμπότρυπές τους déboutonner ρ μεσοπαθ ξεκουμπώνομαι [kseku'mbonome] βγάζω τα κουμπιά από τις κουμπότρυπες ρούχου που φοράω se déboutonner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|