| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.454.598 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεκουρδίζω |
0,01 sec. |
|
ξεκουρδίζω يَفُكّ odmotat slappe af abwickeln unwind desenrollar purkaa dérouler opustiti rilassarsi ほどく (감은 것을) 풀다 afwikkelen vikle av rozwinąć desenrolar раскручивать varva ner คลายเครียด açmak tháo ra 放松 [ksekur'ðizo] κάνω μηχανισμό να χρειάζεται κούρδισμα désaccorderdérégler ρ μεσοπαθ ξεκουρδίζομαι [ksekur'ðizome] δεν είμαι κουρδισμένος être déréglé/-éeêtre désaccordé/-ée Το πιάνοΤο ρολόι ξεκουρδίστηκε. Le piano est désaccordé./La montre est déréglée. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|