| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.334.298 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεμπλέκω |
0,01 sec. |
|
ξεμπλέκω disentangle, tease ρ μετβ ξεμπλέκω [kse'bleko] 1 το να ξεχωρίζω στοιχεία ώστε να μην μπερδεύονται démêler ρ αμετβ ξεμπλέκω απαλλάσσομαι από πρόβλημα se défaire ξεμπλέκω από μια σχέση se défaire d'une relation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|