| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.595.347 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξενιτεμένος |
0,02 sec. |
|
ξενιτεμένος επίθ α / θ / ουδ ξενιτεμένος, ξενιτεμένη, ξενιτεμένο [ksenite'menos, ksenite'meni, ksenite'meno] που ζει μακριά από την πατρίδα του expatrié/-iée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|