| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.563.285 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξενιτιά |
0,01 sec. |
|
ξενιτιά ουσ θ ξενιτιά [kseni'tça] η απομάκρυνση σε άλλο τόπο pays étrangerlieu d'expatriation πάω στην ξενιτιά s'expatrier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|