| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.751.767 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεντύνω |
0,01 sec. |
|
ξεντύνω تعرى ausziehen undress senvestigi desvestir riisua déshabiller levetkőzni 着物を脱ぐ 옷을 벗다 nurengti, nutaisyti izģērbt rozbierać despir dezbrăca раздевать, раздеть vyzliecť svlačiti свуци се klä av soymak роздягатися 脱衣 ρ μετβ ξεντύνω [kse'dino] βγάζω τα ρούχα κάποιου déshabiller ρ μεσοπαθ ξεντύνομαι [kse'dinome] se déshabiller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|