| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.639.055 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ξεπέφτω |
0,01 sec. |
|
|
ξεπέφτω
ρ αμετβ ξεπέφτω [kse'pefto] 2 χάνω το υψηλό μου επίπεδο décliner ξεπέφτω οικονομικά décliner financièrement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|