| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.285.797 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεπερνάω |
0,02 sec. |
|
ξεπερνάω ρ μετβ ξεπερνάω, ξεπερνώ [kseper'nao, kseper'no] 3 αντιμετωπίζω rencontrer ξεπερνάω μια κρίσηένα πρόβλημα surmonter une crise/un problème Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|