| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.982.500 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεπληρώνω |
0,02 sec. |
|
ξεπληρώνω pay back, repay يُسدِد, يَفي مالا splatit, uhradit betale tilbage zurückzahlen devolver el dinero, reembolsar el dinero, reintegrar maksaa takaisin rembourser vratiti, vratiti novac ripagare 払い戻す, 返済する 변제하다, 상환하다 terugbetalen betale tilbake spłacić pagar de volta, reembolsar возвращать, отплатить återbetala, betala tillbaka จ่ายเงินคืน, จ่ายคืน geri ödemek hoàn trả, trả lại tiền 偿还 ρ μετβ ξεπληρώνω [ksepli'rono] επιστρέφω χρήματα s'acquitter ξεπληρώνω δανεικάδάνειο s'acquitter d'une dette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|