| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.388.785 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεσυνηθίζω |
0,01 sec. |
|
ξεσυνηθίζω ρ μετβ ξεσυνηθίζω [ksesini'θizo] χάνω κπ συνήθεια perdre l'habitude(se) déshabituer Ξεσυνήθισα να δουλεύω. J'ai perdu l'habitude de travailler. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|