| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.273.540 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεφορτώνω |
0,02 sec. |
|
ξεφορτώνω unload يُفْرِغ حمولة vyložit losse entladen descargar purkaa kuorma décharger istovariti scaricare 荷を降ろす 짐을 내리다 uitladen lesse av rozładować descarregar разгружать lasta av ถ่ายสินค้า boşaltmak dỡ hàng 卸货 ρ μετβ ξεφορτώνω [ksefor'tono] ρ μεσοπαθ ξεφορτώνομαι [ksefor'tonome] απαλλάσσομαι από κτ ή κπ se débarrasser Τον ξεφορτώθηκα. Je m'en suis débarrassé. ξεφορτώνομαι μια αγγαρεία se décharger d'une corvée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|