| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.601.733 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεχωρίζω |
0,04 sec. |
|
ξεχωρίζω tell, distinguish, pick out يُمَيز, يَنتقِي rozlišit, vybrat (si) skelne, udvælge aussuchen, unterscheiden distinguir, elegir erottaa toisistaan, valita distinguer, sélectionner odabrati, razlikovati distinguere, individuare 区別する, 選ぶ 골라내다, 구별하다 onderscheiden, uitkiezen skjelne, velge ut odróżnić, wybrać distinguir, escolher выбирать, отличать särskilja, välja ut เลือกออก, จำแนกความแตกต่าง ayırt etmek, seçmek chọn, phân biệt 辨别, 选出 ρ μετβ ξεχωρίζω [ksexo'rizo] 2 διακρίνω distinguer ξεχωρίζω το γνήσιο από το πλαστό distinguer le vrai du faux 3 δείχνω προτίμηση avoir une préférence 4 αντιλαμβάνομαι se rendre compte ξεχωρίζω κπ στο σκοτάδι distinguer qqn dans l'obscurité ρ αμετβ ξεχωρίζω διακρίνομαι se voirapparaître ξεχωρίζω για κτ se distinguer pour qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|