| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.298.054 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξεχωριστός |
0,01 sec. |
|
ξεχωριστός distinct notable, distinctive, separate επίθ α / θ / ουδ ξεχωριστός, ξεχωριστή, ξεχωριστό [ksexori'stos, ksexori'sti, ksexori'sto] ιδιαίτερος particulier/-ière ξεχωριστή ομορφιά une beauté distinguée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|