| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.653.752 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ξεχωριστός |
0,01 sec. |
|
|
ξεχωριστός distinct notable, distinctive, separate erillinen
επίθ α / θ / ουδ ξεχωριστός, ξεχωριστή, ξεχωριστό [ksexori'stos, ksexori'sti, ksexori'sto] ιδιαίτερος particulier/-ière ξεχωριστή ομορφιά une beauté distinguée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|