| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.623.100 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξυλουργός |
0,03 sec. |
|
ξυλουργός carpenter menuisier نجار tesař tømrer Zimmermann carpintero puuseppä tesar falegname 大工 목수 timmerman snekker stolarz carpinteiro плотник grovsnickare ช่างไม้ marangoz thợ mộc 木匠 ουσ α ξυλουργός [ksilur'ɣos] τεχνίτης που φτιάχνει ξύλινα αντικείμενα menuisier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|