| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.260.206 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξυπνάω |
0,02 sec. |
|
ξυπνάω ρ μετβ ξυπνάω, ξυπνώ [ksi'pnao, ksi'pno] ρ αμετβ ξυπνάω 2 αρχίζω να καταλαβαίνω se réveiller Ξύπνα επιτέλους! Réveille-toi enfin ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|