| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.923.389 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξυπνώ |
0,01 sec. |
|
ξυπνώ veki, vekiĝi ξυπνώ réveiller, se réveiller ξυπνώ despertarse ξυπνώ проснуться, просыпаться ξυπνώ يَستيقظ ξυπνώ probudit ξυπνώ vække ξυπνώ aufwachen ξυπνώ herätä ξυπνώ probuditi se ξυπνώ svegliarsi ξυπνώ 目が覚める ξυπνώ 잠에서 깨다 ξυπνώ wakker worden ξυπνώ våkne (opp) ξυπνώ obudzić się ξυπνώ acordar ξυπνώ vakna ξυπνώ ตื่นขึ้น ξυπνώ uyanmak ξυπνώ thức giấc ξυπνώ 醒来 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|