| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.710.527 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξυπνώ κάποιον |
0,02 sec. |
|
ξυπνώ κάποιον يفَيق ξυπνώ κάποιον probudit (se) ξυπνώ κάποιον vække ξυπνώ κάποιον aufwecken ξυπνώ κάποιον awake ξυπνώ κάποιον despertar ξυπνώ κάποιον herätä ξυπνώ κάποιον réveiller ξυπνώ κάποιον buditi ξυπνώ κάποιον svegliarsi ξυπνώ κάποιον 目が覚める ξυπνώ κάποιον 잠에서 깨다 ξυπνώ κάποιον wakker worden ξυπνώ κάποιον våkne ξυπνώ κάποιον obudzić się ξυπνώ κάποιον despertar ξυπνώ κάποιον будить ξυπνώ κάποιον vakna ξυπνώ κάποιον ปลุก ทำให้ตื่น ξυπνώ κάποιον uyanmak ξυπνώ κάποιον tỉnh dậy ξυπνώ κάποιον 唤醒 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|