| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.787.240 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ξύστρα |
0,03 sec. |
|
ξύστρα pencil sharpener taille-crayons kalemtıraş, kalem açacağı مبراة ořezávátko blyantspidser Bleistiftspitzer sacapuntas kynänteroitin šiljilo temperamatite 鉛筆削り 연필깎이 potloodslijper blyantspisser temperówka apara-lápis, apontador de lápis точилка pennvässare ที่เหลาดินสอ cái gọt bút chì 铅笔刀 ουσ θ ξύστρα ['ksistra] το εργαλείο με το οποίο ξύνουμε τα μολύβια taille-crayon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|