| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.481.675 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ξύστρα |
0,01 sec. |
|
|
ξύστρα pencil sharpener taille-crayons kalemtıraş, kalem açacağı مبراة ořezávátko blyantspidser Bleistiftspitzer sacapuntas kynänteroitin šiljilo temperamatite 鉛筆削り 연필깎이 potloodslijper blyantspisser temperówka apara-lápis, apontador de lápis точилка pennvässare ที่เหลาดินสอ cái gọt bút chì 铅笔刀
ουσ θ ξύστρα ['ksistra] το εργαλείο με το οποίο ξύνουμε τα μολύβια taille-crayon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|