| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.078.079 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οδηγία |
0,04 sec. |
|
οδηγία directive, instruction, guideline directive, instruction ουσ θ οδηγία [oði'ɣia] υπόδειξη, εντολή instruction Tι οδηγίες πήρες; Quelles instructions as-tu reçues ?£££ Έχασα τις οδηγίες χρήσης. J'ai perdu le mode d'emploi. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|