| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.488.833 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
οδηγία |
0,01 sec. |
|
|
οδηγία directive, instruction, guideline directive, instruction directiva Richtlinie directiva التوجيه richtlijn 指令 Директива 指令 Směrnice Direktiv ディレクティブ
ουσ θ οδηγία [oði'ɣia] υπόδειξη, εντολή instruction Tι οδηγίες πήρες; Quelles instructions as-tu reçues ?£££ Έχασα τις οδηγίες χρήσης. J'ai perdu le mode d'emploi. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|