Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.827.208 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

οδηγώ

0,02 sec.
οδηγώ køre drive, guide, lead, l conducir conduire kjøre prowadzić, kierować водить يقود řídit fahren ajaa voziti guidare 運転する 운전하다 rijden conduzir, dirigir köra ขับ sürmek lái xe 驾驶
μετβ ρ οδηγώ, οδηγάω [oði'ɣo, oði'ɣao]
1 κάνω ένα όχημα να προχωράει conduire
οδηγώ αυτοκίνητο conduire une voiture
2 δείχνω το δρόμο σε κπ conduire
Με οδήγησε στο διευθυντή. Il m'a conduit chez le directeur.
3 επηρεάζω κπ να κάνει κτ pousser
οδηγώ κπ στα άκρα pousser qqn à bout
4 βγάζω, φέρνω mener
Ο δρόμος μάς οδηγεί σε αδιέξοδο. La route nous mène à une impasse.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.