| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.482.696 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οδυνηρός |
0,03 sec. |
|
οδυνηρός painful مؤلم bolestivý smertefuld schmerzhaft doloroso kivulias douloureux bolan doloroso 痛い 아픈 pijnlijk smertefull bolesny dolorido, doloroso болезненный smärtsam เจ็บปวด ağrılı đau đớn 疼痛的 επίθ α / θ / ουδ οδυνηρός, οδυνηρή, οδυνηρό [oðini'ros, oðini'ri, oðini'ro] που προκαλεί σωματικό ή ψυχικό πόνο douloureux/-eusepénible οδυνηρός χωρισμός une séparation douloureuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|