| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.499.843 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
οικειότητα |
0,01 sec. |
|
|
οικειότητα familiarity intimidade intimidad Intimität intimità intimité intimiteit интимност intimitet אינטימיות
ουσ θ οικειότητα [ici'otita] 1 η αίσθηση του γνωστού, του γνώριμου familiarité 2 φιλικός τρόπος familiarité χαιρετάω κπ με οικειότητα saluer qqn avec familiarité έχω μεγάλη οικειότητα £££ με κπ£££με κτ avoir une longue familiarité avec qqn/qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|