| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.870.145 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
οικιακός |
0,01 sec. |
|
οικιακός domestic, household επίθ α / θ / ουδ οικιακός, οικιακή, οικιακό [icia'kos, icia'ci, icia'co] σχετικός με το σπίτι domestique οι οικιακές συσκευές les appareils domestiques οικιακή βοηθός που βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού une aide ménagère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|